Κριτικές

Κριτικά κείμενα για το έργο του Δημήτρη Περδικίδη. Οι κριτικές που δημοσιεύθηκαν αρχικά στα ισπανικά παρατίθενται εδώ σε ελληνική μετάφραση.

Miguel Fernández Belmonte

2017 · Η τέχνη στο σταυροδρόμι. Η υποδοχή του έργου του Έλληνα ζωγράφου Δημήτρη Περδικίδη (1922–1989) στην Ισπανία · Archivo Español de Arte, XC, 358, Απρίλιος–Ιούνιος 2017, σ. 171–182. doi: 10.3989/aearte.2017.11

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

Στο πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, οι μηχανισμοί αφομοίωσης και υποδοχής του έργου των καλλιτεχνών που ζούσαν μόνιμα ή για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό είναι ουσιαστικής σημασίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκεκριμένα του ζωγράφου Δημήτρη Περδικίδη (1922-1989), ο οποίος έζησε στη Μαδρίτη από το 1953 έως το 1985. Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στην ανάλυση ορισμένων πτυχών της διαδικασίας ενσωμάτωσης του έργου του στο ισπανικό καλλιτεχνικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη την κριτική υποδοχή του.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στα ισπανικά (PDF)

José Hierro

1975 · Nuevo Diario, 27/4/1975. Άρθρο με αφορμή την έκθεση του D. P. στην Αίθουσα Εκθέσεων της Γενικής Διεύθυνσης Καλών Τεχνών

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

Η σημερινή ζωγραφική του Δημήτρη Περδικίδη, του Ελλήνα που έχει ισπανικοποιηθεί, αποτελεί την αντίθετη όψη εκείνης της άλλης δικής του. Σήμερα αποδίδει μια παθητική εικόνα της πραγματικότητας, όπως χθες την εσωτερική εικόνα του ανθρώπου. Χθες ήταν αφηρητισμός, σήμερα είναι τεκμήριο του κόσμου που μας περιβάλλει. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ο κινηματογράφος, η φωτογραφία ή η αφίσα – επηρεάστηκαν από την καθαρή τέχνη. Σήμερα είναι η τέχνη που ανακτά την κληρονομιά και πλησιάζει τον κινηματογράφο σε εκείνες τις ακολουθίες που μας προσφέρουν διαδοχικές στιγμές μιας δράσης. Ο Περδικίδης, κλασικός ως Έλληνας, βασίζει όλο το παθητικό στοιχείο των έργων που παρουσιάζει στη Γκαλερί Ynguanzo στη φύση των εικόνων που χρησιμοποιεί, οι οποίες προέρχονται από τη φωτογραφία. Αλλά ο ίδιος αφηγείται με συγκρατημένο τρόπο, με ατάραχη τεχνική, ραντίζοντας το χρώμα σαν δημιουργός αφισών, ώστε να μην μένει εκεί κανένα ίχνος του νευρικού χεριού του που θα μπορούσε να τον προδώσει. Αφηγείται τον τρόμο χωρίς εξπρεσιονιστικές εκρήξεις. Μια διαδήλωση, μερικοί κρατούμενοι, μια μητέρα με το παιδί της: αυτή είναι η πραγματικότητα των εφημερίδων. Όλα όμως εμφανίζονται πλαισιωμένα σε αυστηρές δομές, βέλη, ενδείξεις, διάτρητες ταινίες που, μέσω της αντίθεσης, αναδεικνύουν αυτόν τον παθητισμό. Μερικές φορές το σύμβολο είναι ένα κλασικό κεφάλι, έτοιμο να καταπατηθεί από στρατιώτες, στεφανωμένο με αγκάθια. Ο παθητισμός, επιμένω, πηγάζει από την ηρεμία με την οποία μας περιγράφει το φρικτό· από την αντίθεση μεταξύ των στοιχείων που αντλούνται από τη ζωή και εκείνων που προσθέτει η τέχνη. Είναι η αδύνατη ομορφιά, που έχει συμβιβαστεί με το να αποτελεί μια τεκμηριωτική έκφραση, ένα πεδίο χωρίς πια μαγεία, ένα άχρηστο πλαίσιο για τις φρικαλεότητες του κόσμου μας.

Cirilo Popovici

1975 · Περιοδικό Τέχνης «Guadalimar», 20 Μαΐου 1975

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

ΣΥΜΒΟΛΟ ΚΑΙ ΜΗΝΥΜΑ

Η ανάλυση του περιεχομένου του έργου του Δημήτρη Περδικίδη μπορεί να ενταχθεί στο είδος του «καλλιτεχνικού ρεπορτάζ». Το ρεπερτόριό του αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις τεχνικές της φωτογραφίας, αλλά μόνο φαινομενικά, καθώς, στην πραγματικότητα, δημιουργείται με χειροκίνητα μέσα. Πρόκειται για ένα ανάλογο της πραγματικότητας. (Ούτε μπορεί να γίνει εδώ λόγος για κάποιο υπερρεαλισμό που επιδιώκει την πανομοιότυπη αναπαραγωγή του φυσικού μοτίβου).

Η εικόνα του Περδικίδη, λόγω των «παραμορφώσεων» που έχει υποστεί, δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν φωτογραφικό ορισμό, όπως συμβαίνει και με το σύμπαν της εικόνας που αποκτά τεράστια πυκνότητα στα οπτικά μέσα επικοινωνίας, δηλαδή στον ημερήσιο Τύπο, στα περιοδικά, στην τηλεόραση κ.λπ., για να μην αναφέρουμε τις εικόνες που λαμβάνουμε απευθείας από το οπτικό περιβάλλον. Λόγω αυτής της πυκνότητας, οι αντίστοιχες εικόνες καταλήγουν να διαβρώνονται, να αραιώνονται, να γίνονται εντροπικές και τελικά να χάνουν την ενημερωτική τους επίδραση. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ακόμη και στις πιο συγκινητικές ή εντυπωσιακές εικόνες, αλλά η πληθώρα τους είναι τέτοια που ο αποδέκτης της είδησης τις κοιτάζει μόλις για ένα δευτερόλεπτο, χωρίς καν να αναλογιστεί τη σημασία τους, καθώς παραμένουν στην περιφέρεια της κανονικής αντίληψης. (Πράγματι, η αντίληψη, όσο οξεία κι αν είναι, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό το τεράστιο όγκο ερεθισμάτων που την κατακλύζει σχεδόν αδιάκοπα). Απέναντι σε αυτό το είδος πληροφόρησης απαιτούνται άλλα επικοινωνιακά μέσα, και αυτό για να διορθωθεί το οπτικό φωτογραφικό μήνυμα και να αποκατασταθεί έτσι στην πιθανή εικόνα η αυθεντική ενημερωτική της αξία. Αυτό είναι που επιτυγχάνει ο Περδικίδης μέσω των προαναφερθεισών «παραμορφώσεων». Ο θεατής δεν βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα αδρανές και εξαιρετικά τυποποιημένο αντικείμενο, αλλά μπροστά σε ένα πραγματικό ιδιόλεκτο που διεγείρει το ανώτατο επίπεδο της αντίληψής του. Αυτό συνεπάγεται τη μετάβαση από μια «φυσική» πραγματικότητα (ή από αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια) σε μια συμβολική. Και, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι ένα «ζώο των συμβόλων». Ο θεατής δεν βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα άψυχο και εξαιρετικά τυποποιημένο αντικείμενο, αλλά μπροστά σε ένα πραγματικό ιδιόλεκτο που διεγείρει την αντίληψή του στο μέγιστο βαθμό. Αυτό συνεπάγεται τη μετάβαση από μια «φυσική» πραγματικότητα (ή από αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια) σε μια συμβολική. Και, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι ένα «ζώο των συμβόλων», η αποτελεσματικότητα των αντιλήψεών του θα βρίσκεται πάντα σε άμεση σχέση με τις συμβολιστικές του δυνατότητες.

Όμως, αν όλα όσα ειπώθηκαν ανταποκρίνονται σε μια σημασιολογική πληροφορία, αυτό δεν εξαντλεί το περιεχόμενο του μηνύματος του Περδικίδη, καθώς πάνω σε αυτή την πληροφορία επικαλύπτεται μια άλλη, αισθητική, της οποίας τα τμήματα πρέπει να διευκρινιστούν. Πράγματι, η εικόνα εντάσσεται σε ένα σύστημα χρωματισμένων «δικτύων» που έχουν μεγάλες διαστάσεις σε σχέση με αυτήν (μια αντίθεση που αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την οπτική απεικόνιση και μια μαθηματική, ψυχρή και φασματική ακαμψία). Λόγω του τρόπου σύνθεσής τους, θα αρκούσαν από μόνες τους για μια εξατομικευμένη ερμηνεία (όπως και η εικόνα όταν απομονώνεται από το δικτυωτό της πλαίσιο). Σε αυτές τις δομές προστίθενται άλλα σύμβολα φορτωμένα με νοήματα, όπως, ειδικότερα, οι λωρίδες υπολογιστή – αποανθρωποποίηση των διαπροσωπικών επικοινωνιών – ή, επίσης, τα δείκτες σε σχήμα «βέλους» που δείχνουν προς την εικόνα, σαν να ήταν προμηνύματα.

Οι συνειρμοί αυτού του τόσο παγκοσμιοποιημένου θεματικού πλαισίου διαμορφώνονται από μια και μόνη «βαθιά δομή»: τον τρόμο· τόσο τον τρόμο του πολέμου, όσο και αυτόν της αντιλαϊκής καταστολής. Η ρητορική του λόγου δεν είναι μόνο πειστική, αλλά και καταναγκαστική για τον θεατή, είτε αυτός είναι ο πιο αδιάφορος απέναντι στην τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου, είτε είναι εκείνοι που καταγγέλλει με τεράστιο ταλέντο, θάρρος και αποτελεσματικότητα ο Δημήτρης Περδικίδης.

Yanis Ritsos

1974 · Αθήνα, Μάρτιος 1974

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΕΡΔΙΚΙΔΗ

Βλέποντας τα πρόσφατα έργα του Περδικίδη, ξαναζήσα την αγωνία, την οδύνη και τον αγώνα μιας εποχής – της δικής μας εποχής, αλλά και όλων των εποχών. Εδώ, η χρονολογική, δημοσιογραφική και φωτογραφική καθημερινότητα συναντά το αιώνιο, εξαλείφοντας κάθε ανεκδοτικό ή σκόπιμο στοιχείο και ξεπερνώντας τον κίνδυνο του συμβατικού ή του συμβολικού. Η τελειότητα της τεχνικής, η αυστηρή κυριαρχία των εκφραστικών μέσων (αποτέλεσμα εκτενούς έρευνας, πρακτικής, εμπειρίας και μιας αδάμαστης προσπάθειας – τελικά κρυφής) επιβάλλει μια τέτοια πειθαρχία στον πίνακα, ώστε όλα τα «μέρη», όλες οι λεπτομέρειες του «θέματος» (πάντα ανθρωποκεντρικού) συγκλίνουν σε μια ενότητα και μια συμμετρία τόσο λιτή και «φυσική», ώστε το συνειδητά τραγικό μεταβαίνει μηχανικά, με σχολαστικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, στο φαινομενικά διακοσμητικό και από εκεί στο δωρικό μνημειακό – μνημειακό χωρίς έμφαση, καθόλου πομπώδες. Έτσι, ο Περδικίδης, παρά την επιρροή της ισπανικής σχολής, παραμένει Έλληνας.

Simón Marchán Fiz

1973 · Πρόλογος του καταλόγου με αφορμή την ατομική έκθεση του D. P. στη Γκαλερί Nova. Βαρκελώνη 1973

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

Τα σημερινά έργα του Δημήτρη Περδικίδη δεν αντανακλούν μόνο τις ανησυχίες ενός καλλιτέχνη για τα συγκεκριμένα προβλήματα της τέχνης της εποχής του, αλλά και εκείνες ενός ανθρώπου που έχει συνείδηση και είναι αφοσιωμένος στην εποχή του. Για τον λόγο αυτό, τα έργα αυτά συνδυάζουν το στυλιστικό στοιχείο των πρωτοποριακών εκφραστικών γλωσσών με την αποτύπωση συγκεκριμένων ιστορικών καταστάσεων, τις οποίες βιώνουμε και υποφέρουμε. Η έκθεση αυτή αποτελεί την κορύφωση μιας διαδικασίας ανανέωσης της εικαστικής γλώσσας, σύμφωνα με τις πιο προχωρημένες εμπειρίες των τελευταίων ετών και τη δέσμευση του καλλιτέχνη, ως ιστορικού όντος, απέναντι στα θέματα που μας αφορούν όλους.

Από στυλιστική άποψη, τα παρόντα έργα προσφέρουν διάφορες προοπτικές ανάλυσης. Κατ’ αρχάς, ως γενική παρατήρηση, διαπιστώνεται ότι οι στυλιστικές προσεγγίσεις λειτουργούν πάντα σε συνάρτηση με τα σημαντικά περιεχόμενα που ο καλλιτέχνης επιθυμεί να εκφράσει και να επικοινωνήσει μέσω αυτών. Η αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο επιπέδων είναι σταθερή. Για τον σκοπό αυτό, ο καλλιτέχνης αξιοποιεί ερεθίσματα διαφόρων προελεύσεων, τα οποία αποκρυσταλλώνονται σε μια πολύ ιδιόμορφη και προσωπική σύνθεση, που προσδίδει στα έργα ένα διακριτικό χαρακτήρα... Ωστόσο, ο Περδικίδης δεν αφήνεται να παρασυρθεί από τη φορμαλιστική γοητεία, που είναι συχνή σε αυτές τις τάσεις, αλλά ενισχύει αυτή τη σύνθεση και της προσδίδει μια διαφορετική έννοια μέσω μιας αναπαράστασης που συνδέεται με τις γλωσσικές τεχνικές διαφορετικών μέσων. Εάν σε ορισμένα προηγούμενα έργα εμφανίζονταν ορισμένες αντιφάσεις μεταξύ αυτών των γλωσσών διαφορετικής προέλευσης, τώρα, αντίθετα, η διαλεκτική επιλύεται μέσω τεχνικών τεχνασμάτων, όπως, για παράδειγμα, η ταινία ενός προγράμματος υπολογιστή. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη αυτών των κονστρουκτιβιστικών υπονοιών δεν υπήρξε ποτέ κάτι παγιωμένο, ορθολογιστικό, αλλά έχει υποστεί τις επιρροές ενός λυρικού και ποιητικού φορτίου που μεταφράζεται σε μορφολογικές και χρωματικές μεταβάσεις, παρεμβολές μεταξύ γεωμετρικών και εικονιστικών στοιχείων, δημιουργία διαφορετικών χώρων, διείσδυση και επικάλυψη μορφών. Επίσης, οι δομές οπτικής επανάληψης χρησιμεύουν ως κατασκευαστικό πλαίσιο για τις τεχνικές σειριοποίησης και επανάληψης των απεικονιζόμενων μορφών. Για τον σκοπό αυτό, ο καλλιτέχνης καταφεύγει σε φωτογραφικές τεχνικές και ακολουθίες κατά την επεξεργασία της εικόνας. Η πρόθεση σε όλα αυτά δεν είναι μόνο να προκαλέσει οπτικό αντίκτυπο – κάτι που θα οδηγούσε σε αποτυχία ολόκληρου του έργου – αλλά επίσης, και κυρίως, να διευκολύνει την επικοινωνία και την κατανοησιμότητα των μηνυμάτων. Η σειριοποίηση και η μεγέθυνση μιας λεπτομέρειας, που εκδηλώνεται στη δημιουργία των ουδέτερων ζωνών, εντείνει τις συμβολικές αξίες και τις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών νοημάτων που υπάρχουν στο έργο. Επίσης, σε αυτή τη νέα φάση τα χρώματα ενισχύουν επίσης τη συμβολική τους αξία με μια σαφή και συγκεκριμένη αναφορά στα θέματα που πραγματεύεται το έργο.

Όλη η θεματολογία επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα και αναγνωρίσιμα στοιχεία του κλίματος βίας που επικρατεί, το οποίο προκαλείται από γεγονότα που βρίσκονται στο μυαλό όλων. Τα έργα μετατρέπονται σε καταγγελία της ασφυκτικής ατμόσφαιρας του κυβερνοελέγχου του ανθρώπου μέσω των διαβολικών μηχανισμών του πολέμου και της καταστροφής. Όχι όμως σε αφηρημένο επίπεδο, αλλά με σαφείς αναφορές στην πραγματικότητα και στοιχεία που αναγνωρίζονται εύκολα από τους θεατές.

José Ayllón

1967 · Από τον κατάλογο της ατομικής έκθεσης του D. P. στην Αίθουσα του Ατενέο της Μαδρίτης, 1967

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

Η περίπτωση του Περδικίδη, ελληνικής καταγωγής και εγκατεστημένου στην Ισπανία εδώ και χρόνια, αφού επιβεβαίωσε την κλίση του προς τη ζωγραφική, προσφέρεται για να υποστηρίξει μια υποτιθέμενη αναλογία με τον Ελ Γκρέκο. Κάτι που θα σήμαινε να ξεφύγουμε από τα βουνά της Ουμπέδα, καθώς ο Περδικίδης είναι, πάνω απ’ όλα, ένας ζωγράφος της εποχής μας, όπως ο Ελ Γκρέκο ήταν ένας καλλιτέχνης του 16ου αιώνα.

Γι’ αυτό, πέρα από τις επιτηδευμένες συμπτώσεις, οι δύο τους χωρίζονται ριζικά λόγω της έλλειψης χρονικής σύμπτωσης, γεγονός που διαπιστώνεται με απόλυτη ακρίβεια αν αναλύσουμε την τελευταία περίοδο του έργου του Περδικίδη, την οποία θεωρώ την πιο χαρακτηριστική και, ως εκ τούτου, αυτή που ορίζει καλύτερα μια προσωπικότητα που συνάδει με την εποχή που ζούμε.

Αν και ο Περδικίδης επηρεάστηκε, κατά τα πρώτα χρόνια της διαμονής του στη χώρα μας, από την ισπανική ζωγραφική, η επιστροφή του στην Ελλάδα και η επανασύνδεσή του με τον ελληνικό πολιτισμό σηματοδότησαν για αυτόν μια νέα φάση που, καθώς προέκυψε από μια νοητική διαδικασία, διαμορφώθηκε αυστηρά ως μια καθίζηση του πνεύματος, επιτευγμένη μέσω του καθαρού νου, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο του, που ήταν πολύ πιο συναισθηματική.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Περδικίδης ανέπτυσσε στο έργο του αυτό που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε έννοιες καθορισμένες από την παράδοση και τέλεια ταξινομημένες από θεωρητικούς των πολιτισμών ως αδιαμφισβήτητους κανόνες. Ωστόσο, προς υπεράσπισή του, πρέπει να αναγνωρίσουμε τον εύκολο ενθουσιασμό που τέτοιες θεωρίες μπορούν να ξυπνήσουν στους καλλιτέχνες, οι οποίοι ανησυχούν κυρίως για τη μοίρα τους, μπροστά στην ψευδαίσθηση ότι συμμετέχουν, ακολουθώντας επιμελώς εγκατεστημένες διατριβές, μέσα σε αυτό το γενικό ρεύμα στο οποίο, απελπισμένοι, επιδιώκουν να ενταχθούν ως λύση για να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για οικουμενισμό.

Ωστόσο, έρχεται μια στιγμή που η ζωγραφική, η οποία μπορεί να λειτουργεί μόνο με πραγματικότητες, τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι αυτή η άνετη εσωτερική κατάσταση, η ηρεμία του να γνωρίζει ότι είναι προστατευμένος, αποκαλύπτει την υποταγή του, την παραίτησή του από τον αγώνα. Και όταν πίστευε ότι ήταν πιο ελεύθερος, αντιλαμβάνεται ότι περιορίζεται από μια αφηρημένη ιδέα της ύπαρξης, στην οποία ο άνθρωπος έχει θέση μόνο ως μορφή, χωρίς κανένα εκφραστικό περιεχόμενο.

Αναγνωρίζοντας αυτό το γεγονός, από το οποίο αποφεύγουν πολλοί καλλιτέχνες, μπορεί να προκύψει στον ζωγράφο η ταύτισή του με τον άνθρωπο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μια αυστηρά ρομαντική διαδικασία. Θα έλεγα, μάλλον, ότι αυτή η κατάσταση επιτυγχάνεται μέσω μιας ηθικής διαδικασίας, που καθορίζεται από τις ευθύνες που του επιβάλλουν τα διάφορα γεγονότα που διαμορφώνουν τον άνθρωπο. Αυτό ισχύει για την παρούσα φάση του Περδικίδη, στην οποία, εγκαταλείποντας προκαθορισμένα κριτήρια, πάντα στατικής φύσης, εισχωρεί στο άτομο για να αποτυπώσει την ανθρώπινη λειτουργία του, δυναμικής φύσης. Για να επιτύχει αυτόν τον σκοπό, παύει να επιδιώκει την αναπαράσταση ενός χαρακτήρα απέναντι στη φύση ή την αποτύπωση ενός υποτιθέμενου αισθητικού απόλυτου. Περιορίζεται στο να εκθέτει τις συνέπειες μιας ηθικής παρακμής, κατάσταση που του επιτρέπει να εμπλουτίσει το έργο του με τη δύναμη που εκπέμπει το συναίσθημα όταν χειρίζεται ακραίες εικόνες, υποταγμένες αποκλειστικά στον δικό του ορισμό.

Για τον λόγο αυτό, το κακό και το καλό εμφανίζονται για πρώτη φορά στους πίνακές του, όχι όμως ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως κάτι πραγματικό που αγγίζει τα άτομα, που μπορεί να τα καταστρέψει, καταφέρνοντας έτσι να εκφράσει στους πίνακές του τον πόνο της αναπόφευκτης ύπαρξης, αποτυπώνοντας μια μεταφορά του σωματικού πόνου που μπορεί να μας κατακλύζει ακόμη και εν μέσω της ημέρας, κάτω από έναν γαλάζιο ουρανό, δίπλα στη θάλασσα...

Juan Antonio Gaya Nuño

1966 · Κείμενο από τον κατάλογο της έκθεσης του D. P. στην Αίθουσα Εκθέσεων της Γενικής Διεύθυνσης Καλών Τεχνών. Ιανουάριος 1966

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΕΡΔΙΚΙΔΗ

Οι πίνακες δεν χωρούσαν από την πόρτα του εργαστηρίου. Η δύναμη του Δημήτρη Περδικίδη έπρεπε να εκφραστεί σε έργα αξιοσέβαστων διαστάσεων, κάτι που γίνεται πλέον δύσκολο να βρει κανείς μέσα στη σημερινή συνωμοσία της μετριοφροσύνης και της συντομίας. Δούλευε σαν φορτωτής για να βγάλει και να στήσει προσωρινά ένα τεράστιο τρίπτυχο που, όχι χωρίς κόπο, αποκαλύφθηκε και έγινε ορατό μπροστά στα μάτια μου. Αποκαλύφθηκε και έγινε ορατό, ορατό και αποκαλύφθηκε; Μάλλον πρωταγωνιστής και κύριος του εργαστηρίου, αφήνοντας όλους μας και τα πάντα να φαίνονται μικροί και υποταγμένοι στην ομορφιά του. Κόκκινο και λευκό, λευκό και κόκκινο, αλλά με ένα λευκό και ένα σκάρλατο που σχεδόν σε έκαναν να αρρωστήσεις με τη θριαμβευτική και πανέμορφη επιβεβαίωση της ουσιαστικής δίχρωμίας τους. Μια δύναμη φτιαγμένη από παρθενιά και βία που σάρωσε όλα τα άλλα, τυφλώνοντας ή ωθώντας τα μάτια να μεγαλώσουν και να ορμήξουν να συναντήσουν εκείνη την εμφάνιση της ζωγραφικής, ισχυρή, οργανωτική, λογικά περήφανη για τον εαυτό της. Ήταν μια εφεύρεση τόσο απλή και τόσο ευτυχής, όπως συνήθως είναι οι μεγάλες επιτυχίες. Ήταν νύχτα, και η ηλεκτρική λάμπα χλώμιασε κάτω από την πρόσκρουση του χρώματος – ή του ημιχρώματος, γιατί το λευκό δεν είναι χρώμα –, και ίσως το ίδιο να είχε συμβεί και αν ήταν μέρα. Και ήδη στο δρόμο, τα μάτια συνέχιζαν να ανακουφίζονται από εκείνη την ευλογημένη συνεργασία μεταξύ του παρθενικού και του αιματηρού. Από υγιές αίμα, από καλό αίμα, από αίμα υγείας.

Χρώμα υγείας, χιλιετή ευαισθησία, σκιά και σύμβολο της παραστατικότητας, όλος ο μεγάλος αισθητηριακός πλούτος των αφηρημένων δυνατοτήτων, εξημέρωση και καλλιέργεια του μυστηρίου, θα έλειπε κάτι άλλο από αυτόν τον ψηλό και ισχυρό Έλληνα; Ναι, και μόλις τώρα ειπώθηκε, και ειπώθηκε ότι το κατέχει: η δύναμη. Σε όλο το έργο του, αυτό του σήμερα, το πιο πρόσφατο και το πιο ώριμο, υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη δύναμης, μεγαλοπρέπειας, σφριγηλότητας, κυριαρχίας και αυτοπεποίθησης, τέτοια που υποτάσσουν τον θεατή. Υποψιάζομαι ότι ζωγραφίζει και δημιουργεί τους δυνατούς και όμορφους πίνακές του με την ίδια ακριβώς φυσικότητα με την οποία ο Ηρακλής πραγματοποίησε τους δώδεκα άθλους του. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού τόσα πολλά χαρίσματα βρίσκονται στη διάθεση του υπέροχου ελληνο-ισπανικού ζωγράφου. Είναι σαν μια δύναμη της φύσης αφιερωμένη στο να ζωγραφίζει σε μεγάλη κλίμακα, με ένταση, με βάθος, προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς όρια. Μπορεί κανείς να φανταστεί πώς θα ήταν μια τεράστια αίθουσα – αίθουσα ή σαλόνι οτιδήποτε, για όποια χρήση ή επάγγελμα επιθυμούσε κανείς – διακοσμημένη σαν μια Καπέλα Σιξτίνα της νεότερης τέχνης από την ηρακλείου δύναμη του Δημήτρη Περδικίδη. Διότι το σίγουρο είναι ότι οι πίνακες αρχίζουν ήδη να φαίνονται μικροσκοπικοί για την ανεξέλεγκτη και δίκαιη φιλοδοξία του. Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα οι μοίρες θα του παραχωρήσουν αυτή τη δυνατότητα.

Σπάνια έχω δει έναν ζωγράφο τόσο ερωτευμένο με την τέχνη του, τα εργαλεία του, τα υλικά του, σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται να απολαμβάνει περισσότερο την ίδια τη διαδικασία της ζωγραφικής παρά την ολοκλήρωση ενός πίνακα και, μαζί με αυτόν, την ολοκλήρωση αυτής της δραστηριότητας. Μιλώντας για τα υπέροχα κόκκινα χρώματά του, μου δείχνει ένα κουτί με αυτό ακριβώς το κόκκινο και το επιδεικνύει σαν ένα δοχείο που περιέχει κάτι ιερό: «Κοιτάξτε. Δείτε τι καθαρότητα χρώματος, εδώ μέσα...».

Όμως, όχι. Η καθαρότητα του χρώματος δεν βρίσκεται σε αυτό το δοχείο βιομηχανικής παραγωγής, και αυτό το χρώμα – που αναμφίβολα είναι άριστο αρχικά – θα είναι το ίδιο που χρησιμοποιούν και άλλοι συνάδελφοί του, πολύ λιγότερο επιφανείς. Η καθαρότητα του χρώματος δεν βρίσκεται στο δοχείο, αλλά όταν εφαρμόζεται πάνω στην επιφάνεια που έχει ζωγραφιστεί, ζωγραφισμένη ακριβώς από τον ίδιο. Ζωγραφισμένη, εξάλλου, όχι πάνω σε καμβά, αλλά πάνω σε ξύλο. Προτιμά το ξύλο επειδή λέει ότι η πάστα του χρώματος απλώνεται καλύτερα και η απόλυτα λεία επιφάνεια ανταποκρίνεται με την ίδια ομαλότητα στη δράση της πινελιάς. Μπορεί να είναι έτσι. Προτιμώ να πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε απομεινάρια και αταβισμούς του ζωγράφου ελληνικών εικόνων, από την εποχή που ο δικός μας – και δικός του – Δομίνικος εγκατέλειψε τη Φόδελη, την Κρήτη και ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, κλεινόμενος στο Τολέδο.

Χαίρε, Δημήτρη Περδικίδη, χαίρε! Και την ευγνωμοσύνη μας που έφερες στην ισπανική εικαστική τέχνη του 20ού αιώνα εκείνη τη μακρινή, οικεία, χαρακτηριστική, εξαιρετικά καθαρή πνοή της γης σου, που είναι επίσης γεμάτη λάδι και κρασί, βελανιδιές και κατσίκες. Καθώς τίποτα δεν μας χώριζε, και καθώς τα πάντα μας ένωναν, ήρθες στην Ισπανία και τη βρήκες φίλη. Γονιμοποιείς τη νεότερη και πιο ζωντανή ισπανική ζωγραφική της πρόσφατης δημιουργίας, με τη σιγουριά και τη φρεσκάδα ότι δεν είσαι μόνο εσύ υπεύθυνος, αλλά και το βάρος των αιώνων που φέρεις στους ώμους σου. Και μας αποκαλύπτεις ένα έργο με καλοσύνη και ποιότητα σχεδόν οδυνηρές, λόγω του πόσο πολύ δεσμεύεται ο θεατής από την ομορφιά του, από την επίδραση της οργανωμένης δύναμής του, από τόσες άλλες αρετές που δεν μπορούν να περιγραφούν σε σύντομο χώρο. Ούτε θα ήταν απαραίτητο, γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι η περιγραφή ούτε το σχόλιο, αλλά η κατανόηση. Και να είσαι βέβαιος, Δημήτρη Περδικίδη, ότι σε κατανοούμε, και ότι στο ευρύ φάσμα της σύγχρονης ισπανικής τέχνης, ανήκεις στους δικούς σου. Ακριβώς όπως ο συμπατριώτης σου Ντομίνικο περιπλανιόταν στο Τολέδο.

Και πάλι, για σένα και για την Έλενα, λέω: «Jaire!»

José María Moreno Galván

1966 · Πρόλογος του καταλόγου με αφορμή τη συμμετοχή του D. P. στην XXXIII Μπιενάλε της Βενετίας, το 1966

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΡΔΙΚΙΔΗΣ – ΈΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

Ένας Έλληνας ζωγράφος που ζει στην Ισπανία: οι λέξεις έχουν μια αρχαία ηχώ... Το να είσαι Έλληνας – δηλαδή, να έχεις κληρονομήσει μια αίσθηση ισορροπίας, ή ίσως μια λογική για την κατανόηση της ανισορροπίας – και να ζεις στην Ισπανία – δηλαδή, να είσαι μάρτυρας της βίας και της αντίφασης –: αυτό είναι που χαρακτηρίζει ουσιαστικά τον Δημήτρη Περδικίδη. Φυσικά, κανείς δεν είναι τίποτα θεμελιώδες εκ θείας δικαιοδοσίας και ο Δημήτρης Περδικίδης δεν είναι «Έλληνας» μόνο και μόνο λόγω της γέννησής του. Είναι λόγω προσωπικής επιλογής, επειδή ο τρόπος ύπαρξής του συμπίπτει με έναν καθιερωμένο και αναγνωρισμένο πολιτισμικό «τρόπο». Δεν θα εισέλθω τώρα σε διατριβές σχετικά με αυτό το θέμα. Με ενδιαφέρει μόνο να καταστήσω σαφές το διπλό συστατικό στοιχείο μιας τέχνης – την αίσθηση της αρμονίας και την αίσθηση της βίας – από την άποψη των πιθανών προελεύσεών της.

Δεν θέλω επίσης να υποκύψω στον εύκολο πειρασμό να δω συγχωνευμένες – τώρα στον Δημήτρη, παλαιότερα στον Ντομίνικο – τις δύο ανταγωνιστικές δυνάμεις της «Προέλευσης της Τραγωδίας». Όμως, με πολύ διαφορετικό τρόπο και με πολύ διαφορετική στυλιστική προσέγγιση, το χαρακτηριστικό τους, σε σχέση με την ισπανική ζωή, δεν είναι μόνο το να είναι μάρτυρες (κάθε καλλιτέχνης είναι, στην πραγματικότητα, μάρτυρας), αλλά το να είναι συνειδητοί θεατές. Είναι κανείς θεατής όταν βρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, έξω από το θέαμα – στην περίπτωση αυτή, έξω από το δράμα του ισπανικού – ακόμα και αν δεν είναι απαραίτητα ουδέτερος. Ο Ντιμίτρι θα ήταν Ισπανός ζωγράφος αν προσπαθούσε να δει την ισορροπία μέσα από τη βία· αλλά στην πραγματικότητα είναι Έλληνας καλλιτέχνης επειδή προσπαθεί να δει τη βία μέσα από την ισορροπία. Παρατηρήστε ότι χρησιμοποιώ, εντελώς σκόπιμα, δύο χαρακτηριστικά κλισέ: την ισορροπία, για το ελληνικό στοιχείο· τη βία, για το ισπανικό. Γνωρίζω ότι σε κανένα λαό δεν ανήκει ένα χαρακτηριστικό ως θεϊκό δικαίωμα, αλλά πολλοί από αυτούς το κατέχουν ως ιστορικό γεγονός. Και τουλάχιστον όσον αφορά εμάς, αυτό το ιστορικό χαρακτηριστικό δεν έχει ακόμη τροποποιηθεί.

Αρκετά. Τώρα μας ενδιαφέρει μόνο να δούμε πώς υλοποιείται στον Περδικίδη αυτή η ανακάλυψη της βίας μέσα από την ισορροπία ή της αντίφασης μέσα από την αρμονία.

Δεν αρκεί να σπάσει κανείς μια δωρική κολώνα για να αποκτήσει αυτή τη χειρονομία της επιθετικότητας: ενσωματωμένη στην πιο λεπτή από τις τυπικές πτυχές της, επιβιώνει η αρμονία, δηλαδή η απουσία χειρονομίας, η εξίσωση που προάγει την ισορροπία. Ούτε στους πίνακες του Περδικίδη κρύβεται η βία εκεί όπου εμφανίζεται η αναφορά στη μορφή, όσο κι αν αυτή δέχεται επίθεση από τον σπόρο της αποσύνθεσης: είναι απαραίτητο να αντιπαραθέσουμε, μπροστά σε αυτό το σύμπτωμα της μέτρησης, το σύμπτωμα της υπερβολής. Έτσι γεννιέται, σε ένα τμήμα της τέχνης του, το σκόπιμο «άμορφο», το οποίο είναι πολύ πιο έντονο στην περίπτωσή του, επειδή η δημιουργική του ρίζα βρίσκεται στην μετασχηματισμένη αναπαράσταση, δηλαδή στην παραμορφωμένη μορφή. Ο Περδικίδης δεν χρειάζεται, όπως ένας Ισπανός, να παλέψει ενάντια στη ζωγραφική με την ύλη ούτε να παλέψει ενάντια στο χρώμα με τον αντιχρωματισμό του βίαιου μαύρου. Είναι μια ζωγραφική που ζει μέσα στη ζωγραφική, χωρίς να την πληγώνει, οργανώνοντας αρμονίες από τα πιο αγνά χρώματα. Όμως οργανώνει με πλήρη σκόπιμη βία, αντιπαραθέτοντας το άμορφο – που είναι η χειρονομία, η αποσύνθεση, η παραβίαση της ισορροπίας – στο τυπικό, στο πραγματικά αφηρημένο, επειδή αυτό ζει εγκλωβισμένο στη φόρμουλα της ισορροπίας. Η βία, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο σύμβολο της βίας, αλλά στην παραβίαση, μέσω αρνητικής αντίθεσης, της αντίθεσης με το αρμονικό. Υπάρχει, λοιπόν, στο έργο του μια αμοιβαία αναστρεψιμότητα των αρνήσεων που οδηγούν στη θεμελιώδη επιβεβαίωσή του: την κριτική, τον σαρκασμό, την καταγγελία, τη συνθετική και σημαντική μαρτυρία μιας πραγματικότητας.

José Hierro

1963 · Crónica de Arte, 1963

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

Εκείνη η στιβαρότητα και η κομψή γαλήνη, εκείνη η προσεγμένη τεχνική, εκείνες οι τακτοποιημένες επιφάνειες που είχαν επεξεργαστεί με επιμέλεια, πάνω στις οποίες εμφανίζονταν κατά καιρούς ελαφρύτατα μοτίβα και γραφικά, αποτελούν πλέον αντιθέσεις λευκού και κόκκινου, κίτρινου και λευκού, με κολλημένα υφάσματα, με στοιχεία φωτιάς. Όλα αυτά είναι σαν ένα μεγάλο πάθος που συγκρατείται με κόπο. Διότι στον Περδικίδη το πάθος δεν παίρνει επιδεικτικές μορφές οργής. Στον σημερινό Περδικίδη, με τους διαγώνιους ρυθμούς, κυριαρχεί το κλασικό στοιχείο του χθες – η μετριοφροσύνη και η αυτοσυγκράτηση. Ο κόσμος του έχει ξαναγεμίσει με όντα σχεδόν πραγματικά, με φαντάσματα σχεδόν ανθρώπινα. Είναι τώρα πιο δυνατός και πιο ανθρώπινος από πριν. Και επίσης πιο μυστηριώδης, παρά τη σαφήνειά του. Το θέμα είναι ότι ο μύθος – όχι μόνο στους τίτλους των έργων του, κάτι που δεν θα ήταν το λιγότερο – κινείται υπόγεια εδώ, ζωντανεύοντας τις μορφές και τα χρώματα, κάνοντας την ύλη να δονείται, παλεύοντας να αποκαλυφθεί. Αυτό που κρύβεται σε αυτούς τους πίνακες, κάτω από τη αργή χειροτεχνία τους, είναι ο αγώνας του ζωγράφου να ανακαλύψει τον εαυτό του και την εικόνα του κόσμου. Και γι’ αυτό παραμένει σε αυτούς εκείνο το στοιχείο ανησυχίας και μάχης που προσδίδει στη ζωγραφική του Περδικίδη τη μέγιστη ομορφιά της και το αδιαμφισβήτητο συναίσθημα που προκαλεί.

Carlos Antonio Areán

1961 · Τέχνες, Ιούνιος 1961

Μεταφρασμένο από τα ισπανικά.

Ο Περδικίδης, ο οποίος, αν και Έλληνας κατά γέννηση, είναι Ισπανός όσον αφορά τη διάθεσή του για τυπική έκφραση, το ύφος και τη ζωγραφική θεματολογία, συμπίπτει με μεγάλο μέρος των σημερινών μη αντικειμενικών Ισπανών ζωγράφων στο ότι επιτυγχάνει μια αρμονική σύνθεση μεταξύ των συγκρατημένων μορφών και των κυμαινόμενων υφών. Στα έργα του, ζωγραφισμένα ή χαραγμένα πάνω σε χοντρές σανίδες, ο καλλιτέχνης καταφέρνει να κάνει να αιωρούνται αμμώδεις (αλλά εντυπωσιακά προσεγμένες) συσσωρεύσεις γυαλισμένης, εξευγενισμένης και ευαίσθητης πάστας. Ένας κόσμος μακρινά μαγικός, στον οποίο, περισσότερο από μια επιρροή ενός Κλέε ή ενός Μιρό, υπάρχει μια μεταγραφή αντιθετικών ονείρων ή διαισθήσεων του καλλιτέχνη, καθιστά κάθε πίνακα του Δημήτρη Περδικίδη ένα είδος ανοιχτού παραθύρου που προσκαλεί συνεχώς τον θεατή να πραγματοποιήσει μια απελευθερωτική απόδραση. Είναι πιθανό μία από τις διαδρομές που περιμένουν τη ζωγραφική του μέλλοντος να συνίσταται στην αναφορά στον φυσικό κόσμο που περιβάλλει τον καλλιτέχνη, χωρίς όμως αυτή να έχει την υποχρέωση να τον αναπαριστά στο έργο της. Σε κανένα πίνακα του Περδικίδη δεν υπάρχει αναγνωρίσιμο αντικείμενο, αλλά όλα τα έργα της τρέχουσας περιόδου του δημιουργούν στον θεατή την απαραίτητη ατμόσφαιρα ώστε να νιώθει ότι εισέρχεται σε ένα ιδανικό τοπίο, το οποίο μπορεί μερικές φορές να μοιάζει με αυτό των ελληνικών θρύλων. Αρμονική σύνθεση της πιο εξευγενισμένης παραδοσιακής αίσθησης και της πιο αυστηρής σύγχρονης πραγματικότητας, αυτό το θαυμάσιο έργο του Περδικίδη στοχεύει στο αύριο, χωρίς όμως να αρνείται ούτε για μια στιγμή ένα αναπόφευκτο παρόν που ο καλλιτέχνης αποδέχεται και μεταμορφώνει.